»
Επιφανειακή έρευνα Σικυώνος

Η έρευνα του 2006

Γεωαρχαιολογική έρευνα


Διάβρωση του κροκαλοπαγούς πετρώματος του Πλειστοκαίνου στο νότιο άκρο του ανώτερου πλατώματος.

Το μεγαλύτερο διάστημα της γεω-αρχαιολογικής έρευνας, που διεξήχθη το Σεπτέμβριο, αφιερώθηκε στη μελέτη των διαδικασιών αλλαγής του τοπίου του πλατώματος, από φυσικά και ανθρωπογενή αίτια. Σε συνέχεια της έρευνας του 2005, σημειώθηκε πρόοδος στον εντοπισμό και εξέταση των αρχαίων λατομείων λίθου. Επιπλέον, ολοκληρώθηκε η γεωρχαιολογική μελέτη γύρω από τον ανασκαμμένο αρχαιολογικό χώρο.

Η διάβρωση στην επιφάνεια του ανώτερου και κατώτερου πλατώματος, και ιδίως στις παρυφές τους, είναι σημαντικό χαρακτηριστικό της μορφής των δύο πλατωμάτων.

Ο βαθμός και τρόπος διάβρωσης επηρεάζονται καθοριστικά από τη γεωλογία του εδάφους, τα είδη φυτών και την αστικοποίηση και εντατικοποίηση της αγροτικής καλλιέργειας στο 19ο και 20ο αι. Φέτος μελετήθηκε αναλυτικά ένα χαρακτηριστικό που επισημάνθηκε ήδη από το 2004, δηλαδή το ότι οι ισοϋψείς των τοπογραφικών διαγράμματων της ΓΥΣ σε κλίμακα 1: 5,000 που έγιναν μερικές δεκαετίες νωρίτερα διαφέρουν σημαντικά από τη σημερινή μορφή του τοπίου, τουλάχιστον σε συγκεκριμένα σημεία. Το φρύδι του ανώτερου πλατώματος και τμήματα του χαμηλότερου πλατώματος περπατήθηκαν συστηματικά και η γραμμή του μετρήθηκε με GPS σχετικής ακρίβειας (μέγιστης απόκλισης 4-5 μ.). Επίσης έγιναν λεπτομερείς παρατηρήσεις για τη γεωλογία, τη κατάσταση του υποβάθρου (δηλ. του στερεού πετρώματος), τα είδη χωμάτων και τη χρήση του εδάφους, και συλλέχθηκαν πληροφορίες για νεώτερες κατασκευές, όπως τις αναβαθμίδες, τους δρόμους και τους αναλημματικούς τοίχους. Μεγαλύτερη προσοχή δόθηκε στο ανώτερο πλάτωμα, γιατί από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα αυτή η περιοχή υπέστη μικρότερη αλλοίωση, με λιγότερες κατασκευές και εδαφικές διαμορφώσεις χάριν καλλιέργειας. Κατά συνέπεια αυτή η περιοχή παρέχει τις καλύτερες δυνατότητες για να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς αλλαγής του φυσικού τοπίου μετά την αρχαιότητα. Αντίθετα, η ανατολική και μέρη της νότιας πλευράς του κατώτερου πλατώματος έχουν επηρεαστεί σημαντικά από την ανάπτυξη του Βασιλικού, των δρόμων και της αγροτικής γης. Αυτό οδήγησε σε σημαντική μείωση των ρυθμών φυσικής διάβρωσης μέσω της προστασίας του υποβάθρου με αναλήμματα, τεχνητές αποστραγγίσεις, και ασφαλτόστρωση δρόμων, ή/και σε ανακατανομή των παραγόντων διάβρωσης, ιδίως των νεροσυρμών, και της δράσης των ριζών των δέντρων.


Προκαταρκτικές παρατηρήσεις για το βαθμό διάβρωσης στο νότιο άκρο του ανώτερου πλατώματος. χάρτης έγινε βάση των σχεδιαγραμμάτων 1:5:000 της ΓΥΣ

Ο χάρτης αποτυπώνει μερικά από τα προκαταρκτικά αποτελέσματα στο ανώτερο πλάτωμα. Η διάβρωση επηρεάζεται από τη κατανομή των σχετικά σκληρών ιζημάτων του Πλειστοκαίνου που επικάθονται σε μαλακότερα μαργαϊκά πετρώματα του Πλειοκαίνου. (Για μια χαρακτηριστική εικόνα της γεωλογίας, δείτε την εισαγωγή στην Γεωαρχαιολογική έρευνα.) H υπόσκαψη των ιζημάτων του Πλειστοκαίνου συνεχίζεται με ρυθμούς που επηρεάζονται από την κατάσταση και το πάχος τους, και εν μέρει από την κατανομή των ρηγμάτων που σχηματίζουν ένα δίκτυο καθόλη την επιφάνεια του πλατώματος. Τα αποτελέσματα δείχνουν σημαντικά διαφορετικούς ρυθμούς διάβρωσης κατά μήκος διαφορετικών τμημάτων στης άκρης του ανώτερου πλατώματος από τότε που καταρτίστηκε ο τοπογραφικός χάρτης της ΓΥΣ στα μέσα του 1960. Εαν ο χάρτης ήταν όντως ακριβής, η νότια και δυτική άκρη του πλατώματος έχουν σε μερικά τμήματά τους υποστεί σημαντική διάβρωση εξαιτίας γεωλογικών παραγόντων και της ανθρώπινης δραστηριότητας. Από τα προκαταρκτικά δεδομένα φαίνεται καθαρά ότι η νότια άκρη του πλατώματος υπέφερε περισσότερο από τη βόρεια άκρη, και αυτό εξηγεί την ισχνή παρουσία του τείχους της αρχαίας πόλης κατά μήκος αυτής της πλευράς. Οποιαδήποτε σημαντική απώλεια εδάφους εξαιτίας της διάβρωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν ερμηνεύουμε τη κατονομή των οικισμών και των δικτύων επικοινωνίας.


Μικρό τμήμα κροκαλοπαγούς λατομείου που αναγνωρίστηκε στο ανώτερο πλάτωμα.

Οι λεπτομερείς μετρήσεις των σωζόμενων αρχαίων λατομείων συνεχίστηκαν και αυτή τη χρονιά, ενώ αναγνωρίστηκαν και κάποια ακόμα μικρά λατομεία.

Οι μετρήσεις των λαξεύσεων παρέχουν ακριβείς πληροφορίες για τις μεθόδους λάξευσης και για το πόσο αυτές επηρεάστηκαν από το είδος του πετρώματος. Δείχνουν επίσης τα μεγέθη και σχήματα των λίθων που εξήχθησαν, και παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για τα εργαλεία και τον τρόπο εξόρυξης. Μικρά εξάρματα ωολιθικού ασβεστόλιθου προστέθηκαν σε αυτά που αναγνωρίστηκαν κατά το 2004-2005. Αυτά φαίνεται να ενισχύουν την άποψη ότι δεν έχουμε στο πλάτωμα σημαντικές ποσότητες ωολιθικού ασβεστολίθου, και ότι ο λίθος αυτός που χρησιμοποιήθηκε σε διάφορα μνημεία της πόλης μεταφέρθηκε στο πλάτωμα από άλλες περιοχές της Σικυωνίας ή από ακόμα μακρύτερα. Τέλος έγιναν μετρήσεις των λίθων στα μνημεία του ανασκαμμένου χώρου για αντιπαραβολή τους με τις μετρήσεις που έγιναν στα λατομεία. Η ερμηνεία αυτών των δεδομένων θα γίνει εντός του 2007.

Φέτος ολοκληρώθηκαν οι βασικές παρατηρήσεις για τον ανασκαμμένο χώρο, ενώ οι πρόσφατοι καθαρισμοί της αγοράς επέτρεψαν και κάποιες νέες παρατηρήσεις, ιδίως για τη Στοά και το Βουλευτήριο. Με την ολοκλήρωση των ερευνών εντός του Σταδίου, είναι πλέον δυνατό να απαντήσουμε ερωτήματα σχετικά με τη θέση του και το σχήμα του. Το Στάδιο κατασκευάστηκε κατόπιν εκσκαφής του μακρόστενου χώρου που καταλαμβάνει ο στίβος και το κοίλον. Το φυσικό ανάγλυφο από μόνο του δεν προσέφερε αρκετό μήκος για τη κατασκευή του στίβου. Η θέση του σταδίου αντιπροσωπεύει ένα συμβιβασμό μεταξύ της ανάγκης για εκσκαφή της επιπλέον επιφάνειας στο ΝΔ άκρο του και της ανάγκης για κατασκευή ενός μεγάλου τεχνητού ανδήρου για τη γραμμή εκκίνησης στη ΒΑ άκρη του στίβου. Η έλλειψη αξονικής συμμετρίας των αναλημματικών τοίχων της μιας άκρης του σταδίου αντανακλούν τη διαφορά της διεύθυνσης του φυσικού πρανούς του ανώτερου πλατώματος από τον άξονα του σταδίου.