»
Έρευνα Αρχαίας Σικυώνας

Συγκρότημα κεραμικών εργαστηρίων

Ανασκαφική περίοδος 2016


Ορθοφωτογραφία του πρώτου σκάμματος με τους αριθμούς των αρχιτεκτονικών δομών.

Στο πρώτο σκάμμα, επικεντρωθήκαμε στο βόρειο και το νότιο τομέα, ενώ διενεργήσαμε συμπληρωματική ανασκαφή σε ένα από τα δωμάτια της ανατολικής πλευράς του κεντρικού τομέα. Στον βόρειο τομέα, συνεχίσαμε την ανασκαφή των δωματίων βορείως του Τοίχου 1022-524 και ανατολικά του Τοίχου 504. Στο δωμάτιο βορείως του Τοίχου 1038, όπου σώζεται μεγάλο μαρμάρινο βάθρο (Context 515), συνεχίσαμε την ανασκαφή στη βόρεια πλευρά στην προσπάθεια να εντοπίσουμε ίχνη δαπέδου ή δαπέδων όπως αυτά που αναγνωρίσαμε πέρυσι στη νότια πλευρά του δωματίου (Contexts 590 και 585). Τα ανώτερα στρώματα (Contexts 596 και 600) ήταν μπαζώματα του 5ου αι. μ.Χ. με όστρακα, κεραμίδια και πολλά μεγάλα οστά. Από τα ευρήματα ξεχωρίζουν δύο θραύσματα ενσφράγιστων κεραμιδιών με το όνομα του Αλεξάνδρου, παρόμοια με αυτό που βρήκαμε στη νοτιοανατολική γωνία του δωματίου το 2015 αλλά σε χαμηλότερο επίπεδο (Context 585) και το οποίο διέσωζε όλο το όνομα «Ἀλεξάνδρ(ου)». Η εύρεση των τριών ίδιων ενσφράγιστων κεράμων υποδεικνύει ότι τουλάχιστον τα τρία αυτά στρώματα ανήκουν στην ίδια φάση επίχωσης, συνολικού πάχους σχεδόν 80 εκατοστών. Κάτω από την επίχωση αυτή, σε επαφή με τον βόρειο τοίχο του δωματίου (Τοίχος 539), βρέθηκε ορθογώνια κατασκευή (Context 604), διαστάσεων 1,76 x 0,93 και ύψους 0,10 μ, κτισμένη με πλίνθους, μικρές πέτρες και κονίαμα, και επενδυμένη εξωτερικά με παχύ κονίαμα που καλύπτει και την ένωσή της με τον Τοίχο 539. Η χρήση της κτιστής αυτής πλατφόρμας δεν έχει ακόμα εξακριβωθεί, όμως φαίνεται να συνδέεται με ορθογώνια εγκοπή, πλάτους 11 εκ, που ανοίχθηκε στον Τοίχο 539. Ελλείψει χρόνου η ανασκαφή του χώρου βορείως του Τοίχου 539 δεν προχώρησε αρκετά ούτε σε έκταση ούτε σε βάθος, όμως ήδη γνωρίζουμε ότι οι τοίχοι που τον ορίζουν προς δυσμάς (Τοίχος 556) και προς ανατολάς (Τοίχος 538) είναι μεταγενέστεροι του Τοίχου 539. Η ανασκαφή ενός στρώματος εντός αυτού του χώρου (στρώμα 613), όπου βρέθηκαν αναρίθμητα θραύσματα κεραμίδων, οστά, όστρακα και άλλα υλικά, έδειξε ότι χρησίμευσε ως χώρος απόρριψης, όπως συμβαίνει με όλη τη βορειοδυτική πλευρά του σκάμματος. Η κεραμική της επίχωσης αυτής χρονολογείται έως το β’ μισό του 6ου αι. μ.Χ.


Η τεχνητή επίχωση στη βόρεια πλευρά του δωματίου με το λίθινο βάθρο (Contexts 596 και 600).


H κτιστή πλατφόρμα (Context 604) σε επαφή με την εσωτερική πλευρά του Τοίχου 539.


Η πλατφόρμα στην εσωτερική πλευρά του Τοίχου 539 παρουσιάζει ρηχή εμβάθυνση και αδρή επιφάνεια εσωτερικά, από το οποίο συνάγουμε ότι χρησίμευε ως βάση ενός σκεύους που δεν σώθηκε. Η όλη εγκατάσταση μπορεί να σχετίζεται με ροή υγρού προϊόντος, όπως στην περίπτωση ενός πιεστηρίου. Εδράζεται προφανώς στο δάπεδο του δωματίου, το επίπεδο του οποίου δηλώνεται από την κατώτερη στάθμη του λείου κονιάματος που καλύπτει τις εξωτερικές πλευρές της πλατφόρμας. Το στρώμα που σκάψαμε πέριξ της κατασκευής αυτής (Context 603) χρονολογείται στον ύστερο 4ο αι. μ.Χ., ενώ το αμέσως κατώτερο (Context 607), κάτω από το επίπεδο του δαπέδου, απέδωσε κεραμική που χρονολογείται έως τον 3ο αι. μ.Χ. Η ανασκαφή δύο ακόμα στρωμάτων (Contexts 610 και 611), μεταξύ της πλατφόρμας και του δυτικού τοίχου του δωματίου (Τοίχος 504) μέχρι το επίπεδο της έδρασης του Τοίχου 504 απέφερε κεραμική που χρονολογείται έως το α’ μισό του 2ου αι. μ.Χ., που αποτελεί και το terminus post quem για την ανέγερση του Τοίχου 504 και κατ’ επέκταση του βόρειου κτιρίου του σκάμματος.


Ο χώρος νότια του Τοίχου 1038 μετά την αφαίρεση του στρώματος 609 (από τα βορειοδυτικά).

Στον χώρο νότια του Τοίχου 1038, αποκαλύψαμε το πηλοδάπεδο αφαιρώντας ένα στρώμα (Context 609) με κεραμική που χρονολογείται έως τον ύστερο 4ο αι. μ.Χ., αλλά περιέχει κυρίως υλικό του ύστερου 2ου – πρώιμου 3ου αι. μ.Χ. Από το ίδιο στρώμα προέρχονται και 22 χάλκινα νομίσματα, που βρέθηκαν διάσπαρτα στο δωμάτιο, αρ. κατ. 72-74, 76-82, 84-87, 89, 91-95, 97-98. Η χρονολογία αυτού του στρώματος είναι πολύ σημαντική γιατί αποδεικνύει δραστηριότητα στον χώρο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, και άρα ότι η εγκατάλειψή του επήλθε μετά τον πρώιμο 3ο αι. μ.Χ. Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα κεραμική από το στρώμα αυτό είναι τα λεπτότοιχα κύπελλα με ματ διακόσμηση, που κατά τον John Hayes ανήκουν στις υστερότερες περιόδους παραγωγής αυτού του τύπου αγγείου. Εάν τα κύπελλα αυτά είναι τοπικές παραγωγές (όπως τα ακόσμητα λεπτότοιχα κύπελλα) ή εισάγονταν από αλλού, όταν τα τοπικά κεραμοποιεία είχαν παύσει να λειτουργούν, δεν έχει ακόμα εξακριβωθεί.

Το δάπεδο, κιτρινόλευκου χρώματος, σώζεται καλύτερα στην ανατολική πλευρά του δωματίου αλλά και κατά μήκος και των τεσσάρων τοίχων, κάτι που υποδεικνύει ότι στρώθηκε αφού είχαν κτιστεί και οι τέσσερις τοίχοι. Επίσης, η φετινή ανασκαφή έδειξε ότι ο ανατολικός τοίχος του δωματίου (Τοίχος 542), που είναι ο ίδιος με τον ανατολικό τοίχο του βόρειου δωματίου (με τον Τοίχο 587 δηλαδή), δεν είναι μεταγενέστερη προσθήκη, όπως είχαμε υποθέσει πέρυσι. Σε μεταγενέστερο χρόνο κατασκευάστηκε ο βόρειος τοίχος (Τοίχος 1038) που έκοψε τον Τοίχο 542-587. Προβληματισμό προκαλεί και η δίβαθμη κλίμακα στο μέσο της νότιας πλευράς του δωματίου, καθώς η κατώτερη βαθμίδα δεν πατά στο επίπεδο του δαπέδου αλλά λίγο ψηλότερα. Πιθανότατα σχετίζεται με μια μεταγενέστερη φάση χρήσης του χώρου κατά την ύστερη ρωμαϊκή περίοδο.


Ο χώρος ανατολικά του Τοίχου 542 μετά την ανασκαφή των στρωμάτων 601 και 602.

Έχοντας αποκαλύψει το επίπεδο του δαπέδου στα δύο δωμάτια, βόρεια και νότια του Τοίχου 1038 αντίστοιχα, συνεχίσαμε την ανασκαφή στον όμορο προς ανατολάς χώρο, ανατολικά των Τοίχων 587-542 και νοτίως της δεξαμενής Context 580. Με την αφαίρεση του στρώματος 597, που είναι τεχνητή επίχωση πάχους περίπου 20 εκ. με υλικό που χρονολογείται έως τον 7ο αι. μ.Χ., αποκαλύφθηκε η ανατολική προέκταση του Τοίχου 1038 σε μήκος 2,6 μ. Αν και ο τοίχος σώζεται σε πολύ κακή κατάσταση, χωρίζει σαφώς τον χώρο σε δύο μέρη που παρουσιάζουν διαφορετική στρωματογραφία. Το στρώμα που σκάψαμε βορείως του τοίχου (Context 601) περιείχε μεγάλα θραύσματα κεραμίδων και κεραμικής που χρονολογούνται μέχρι τον πρώιμο 7ο αι. μ.Χ. Πρόκειται για επίχωση, ίσως η ίδια με αυτή του στρώματος 597, που φαίνεται να συνεχίζει κάτω από τον Τοίχο 540 και τη δεξαμενή (Context 580). Εάν αυτό ισχύει, και θα το ελέγξουμε σκάβοντας βαθύτερα στον χώρο βόρεια της δεξαμενής, τότε έχουμε ένα terminus post quem για την κατασκευή της δεξαμενής που είναι ο ύστερος 6ο – πρώϊμος 7ος αι. μ.Χ. Το βέβαιο είναι ότι η συγκεκριμένη επίχωση δεν συνεχίζει νότια του Τοίχου 1038, δεδομένου ότι το στρώμα 602 παρουσίασε διαφορετική σύσταση με υλικό που χρονολογείται έως το δεύτερο τέταρτο του 5ου αι. μ.Χ. Από το ίδιο στρώμα προέρχονται 10 νομίσματα, αρ. κατ. 45-46, 52-57, 88 και 90. Το στρώμα πατά πάνω σε κιτρινωπή αργιλούχα επιφάνεια, η ίδια που εντοπίστηκε ανατολικά του Τοίχου 542, στο επίπεδο περίπου των 159 μ. που πιθανότατα είναι το επίπεδο του δαπέδου του κτιρίου. Η είσοδος στον χώρο αυτό ίσως να βρισκόταν στην ανατολική πλευρά (κατά μήκος του Τοίχου 1118) και αργότερα κλείστηκε.

Στη βορειοανατολική γωνία του σκάμματος, βορείως του Τοίχου 1127, ξεκινήσαμε με την ανασκαφή των ανώτερων στρωμάτων (Contexts 591 και 592), πάχους 70 εκ., από τα οποία συλλέξαμε κεραμική διαφόρων περιόδων με την υστερότερη να χρονολογείται στον 7ο αι. μ.Χ. Με την αφαίρεση των στρωμάτων αυτών αποκαλύφθηκε η επιφάνεια τοίχου (Τοίχος 593) κατεύθυνσης βορρά-νότου, του οποίου η νότια απόληξη ακουμπά στον Τοίχο 1127. Ο Τοίχος 593, πλάτους 0,63 μ, αποκαλύφθηκε σε μήκος 6,78 μ. Είναι κτισμένος με αργολιθοδομή και λίγα σπόλια, μεταξύ των οποίων λιθόπλινθοι, ένα θραύσμα Δωρικού κιονοκράνου και ένα θραύσμα Δωρικού κίονα. Σε κάποιο σημείο κοντά στο νότιο άκρο του, είχαν ελευθερώσει έναν χώρο διαστάσεων 0,34 x 0,20 μ στο εσωτερικό του τοίχου για να τοποθετήσουν ένα γυάλινο σκεύος. Είναι ερευνητέο εάν το σκεύος, που βάσει παραλλήλων χρονολογείται στον 6ο αι. μ.Χ., τοποθετήθηκε εκεί κατά την κατασκευή του τοίχου, ως ένα είδος εγκαινίου δηλαδή, ή αργότερα προκειμένου να αποκρυφθεί. Ο Τοίχος 593 συγκρατούσε δύο διακριτά αλλά όμορα στρώματα επιχώσεων στα δυτικά του, το ένα αποτελούμενο κυρίως από ακανόνιστες πέτρες, ενίοτε μεγάλου μεγέθους (Context 595) και το άλλο κυρίως από θραύσματα μεγάλων κεραμίδων (Context 605). Καταμετρήθηκε μεγάλος αριθμός τεχνέργων που χρονολογούνται έως τα μισά του 7ου αι. μ.Χ., εκ των οποίων περισσότερα από 8000 όστρακα συνολικού βάρους μεγαλύτερου των 140 κιλών και μεγάλος αριθμός πήλινων ράβδων από το σύστημα υποστήριξης κεραμικών κλιβάνων. Κάτω από τα στρώματα αυτά συναντήσαμε ένα ακόμα στρώμα επίχωσης (στρώμα 612), μέσου πάχους περίπου 0,55 μ, αποτελούμενο από πέτρες, κεραμίδια και λίγες, διάσπαρτες λιθοπλίνθους. Από το παχύ αυτό μπάζωμα καταγράψαμε μεταξύ άλλων 501 όστρακα (βάρους 13+ kg) – η συντριπτική πλειονότητα των οποίων ανήκει σε χρηστικά και μαγειρικά σκεύη που χρονολογούνται έως τον πρώιμο 7ο αι. μ.Χ., στελέχη πηλοσωλήνων, δύο δισκοειδείς πλίνθους που προέρχονται από τον πεσσό μιας καμίνου και επτά ακόμα πήλινες ράβδους.


Το γυάλινο κυλινδρικό σκεύος όπως βρέθηκε εντός του Τοίχου 593 και πριν την αποκόλλησή του από τη συντηρήτρια Αμαλία Σιάτου.


Τα όμορα στρώματα 605 (μπροστά) και 595 (στο βάθος) δυτικά του Τοίχου 593 από τα νοτιοανατολικά.


Πήλινες ράβδοι από το στρώμα 595.


Μέχρι στιγμής δεν βρέθηκαν ίχνη της συνέχειας του Τοίχου 1118 προς βορράν, αλλά η σύσταση των στρωμάτων ανατολικά του Τοίχου 538 υποδεικνύει ότι ο Τοίχος 1118 όντως εκτεινόταν βόρεια και σχημάτιζε γωνία με τον Τοίχο 539. Συγκεκριμένα, το στρώμα 617, γεμάτο με θραύσματα μεγάλων κεραμίδων και αγγείων που χρονολογούνται στο α’ μισό του 5ου αι. μ.Χ., ορίζεται σαφώς από τον Τοίχο 539 προς νότο και τη νοητή προέκταση του Τοίχου 1118 προς ανατολάς. Συλλέξαμε τμήματα τουλάχιστον έξι αμφορέων μεταξύ των οποίων έναν υστερορρωμαϊκό 2 (LR2 από τον Ελλαδικό χώρο), έναν υστερορρωμαϊκό 4 (LR4 από την περιοχή της Συροπαλαιστίνης), έναν τύπο Agora M334 (επίσης από τη Συροπαλαιστίνη), και δύο Medio-Romano Cretese type 2 (από την Κρήτη), όπως και μια σχεδόν ακέραιη χύτρα. Ο συγκεκριμένος τύπος της χύτρας είναι συνηθισμένος στη Σικυώνα και μοιάζει με παραδείγματα από την Κόρινθο και τη Σπάρτη. Οι τύποι των αμφορέων προδίδουν το εύρος των εμπορικών επαφών των Σικυωνίων εκείνη την περίοδο. To στρώμα όπου βρέθηκαν εκτείνεται προς βορρά στο άσκαφο μέρος και σχεδιάζουμε να το αποκαλύψουμε περαιτέρω κατά την επόμενη ανασκαφική περίοδο.


Το στρώμα 612 από τα βορειοανατολικά.


Το στρώμα 617, γεμάτο με μεγάλα θραύσματα κεραμίδων και αμφορέων από τα βορειοδυτικά.


Η χύτρα όπως βρέθηκε στο στρώμα 617.



Η δυτική πλευρά του δωματίου με τη δεξαμενή μετά το πέρας της ανασκαφής (από τα ανατολικά).

Στην ανατολική πλευρά του σκάμματος, στο δωμάτιο με τη δεξαμενή που ανασκάψαμε το 2015, συνεχίσαμε την ανασκαφή της δυτικής πλευράς του δωματίου, μεταξύ της λίθινης κλίμακας (Context 1128), του Τοίχου 1129 και του Τοίχου 1077, για να διαπιστώσουμε την αρχική έκταση της δεξαμενής πριν αυτή περιορισθεί στη νοτιοδυτική γωνία του δωματίου. Στην τομή αυτή (διαστάσεων 1,70 x 1,20 μ) είχαμε προχωρήσει σε βάθος περίπου 1 μ χωρίς να εντοπίσουμε ίχνη του δαπέδου της αρχικής δεξαμενής. Τα αλλεπάλληλα στρώματα που αφαιρέσαμε το 2015 (Contexts 1103, 1109, 1110, 1115, 1117, 1121) απέδωσαν ανάμεικτη κεραμική με την υστερότερη να ανάγεται στο α’ μισό του 5ου αι. μ.Χ. Φέτος αφαιρέσαμε στρώματα πάχους περίπου 40 εκ. και εντοπίσαμε το πλινθόστρωτο δάπεδο της δεξαμενής, καθώς και τμήμα του βόρειου τοίχου της, πλάτους 0,50 μ, κατασκευασμένου από αργούς λίθους, θραύσματα κεραμίδων και κονίαμα. Κατά συνέπεια, η εσωτερική διάσταση της δεξαμενής στον άξονα Β-Ν είναι 1,1 μ, ενώ στον άξονα Α-Δ πρέπει να υπερέβαινε τα 3,7 μ εάν κρίνουμε από την έκταση του κονιάματος που σώζεται στην εσωτερική πλευρά του νότιου τοίχου της (Τοίχος 1089). Στα στρώματα που σκάψαμε φέτος μέχρι το δάπεδο της δεξαμενής (Contexts 1139-1141) βρήκαμε κατά κόρον πρώιμη ρωμαϊκή κεραμική και δύο νομίσματα, αρ. κατ. 105 και 111. Παρομοίως, η ανασκαφή μεταξύ του βορείου τοίχου της δεξαμενής και του βορείου τοίχου του δωματίου (Τοίχος 1077) έως ένα επίπεδο κατά 20 εκ. χαμηλότερο από το επίπεδο της δεξαμενής (Context 1142) απέφερε κεραμική που χρονολογείται έως τον 1ο αι. μ.Χ.


Contexts 1608 και 1607 από τα δυτικά.

Στη νότια πλευρά του σκάμματος, επικεντρωθήκαμε στη νοτιοανατολική γωνία, δηλαδή νότια του Τοίχου 1525 και ανατολικά του Τοίχου 1561 όπου βάσει των γεωφυσικών ερευνών είχαμε ενδείξεις για την παρουσία κεραμικών κλιβάνων. Στις νέες τομές (Τομή 3 και Τομή 15) αρχίσαμε να αποκαλύπτουμε δύο ακόμα κεραμικούς κλιβάνους, καθώς και την ανατολική συνέχεια της διόδου που διέρχεται νότια του Τοίχου 1525. Στο βόρειο μισό της Τομής 3, με την αφαίρεση του επιφανειακού στρώματος (Context 1605) εμφανίστηκε στρώμα καταστροφής (Context 1608), με μεγάλα θραύσματα κεραμίδων που κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος της διόδου και πιθανώς να προέρχονται από την κατάρρευση της στέγης του κτιρίου στα βόρεια της διόδου πριν τα μέσα του 7ου αι. μ.Χ. Ένα διακριτό στρώμα κατά μήκος της γραμμής του Τοίχου 1526 (Context 1607) περιείχε κυρίως αργούς λίθους. Παρόμοια στρώματα είχαμε συναντήσει κατά μήκος του Τοίχου 1526 και στις προηγούμενες ανασκαφικές περιόδους (Contexts 1506 και 1543) και τα είχαμε ερμηνεύσει ως κατάλοιπα της κατάρρευσης της αργολιθοδομής των μεταγενέστερων προσθηκών του Τοίχου 1526. Δύο λίθοι από μεταγενέστερη φάση του τοίχου βρέθηκαν κατά χώρα (Context 1560), και αφού φωτογραφήθηκαν και αποτυπώθηκαν φωτογραμμετρικά, αφαιρέθηκαν για να συνεχιστεί η ανασκαφή σε βαθύτερα στρώματα. Η λιγοστή κεραμική που βρέθηκε στο χώμα κάτω από τους λίθους χρονολογείται στον ύστερο 1ο – πρώιμο 2ο αι. μ.Χ. To ότι ο Τοίχος 1526 με τις μεγάλες λιθοπλίνθους υπήρχε νότια της διόδου επιβεβαιώνει και η τάφρος παραβίασής του που αναγνωρίσαμε, διαστάσεων περίπου 1,42 x 0,50 μ (Context 1616). Η τάφρος γέμισε από το μελανόχρωμο χώμα πάχους περίπου 25 εκ, που καλύπτει την επιφάνεια της διόδου (Context 1615). Η επιφάνεια αυτή καθεαυτή, που είχαμε ερευνήσει δυτικότερα τo 2014 (Context 1551), συνίσταται από πακτωμένο χώμα αναμεμειγμένο με θραύσματα κεραμίδων και μικρές πέτρες. Στο επίπεδο της επιφάνειας βρήκαμε σε δύο κομμάτια ένα λεπτότοιχο κύπελλο του πρώτου μισού του 2ου αι. μ.Χ., ασφαλώς προϊόν των τοπικών εργαστηρίων.

Προς νότον, ο Τοίχος 1526 χρησίμευε ως η βόρεια πλευρά ορθογώνιου περιβόλου, εσωτερικών διαστάσεων 4,1 x 4,7 μ. Κάτω από το επιφανειακό στρώμα (Context 1605), συναντήσαμε ένα καστανόχρωμo στρώμα (Context 1617), πάχους περίπου 25 εκ. με αρκετή κεραμική που χρονολογείται έως το α’ μισό του 6ου αι. μ.Χ. Μεταξύ των 2676 οστράκων, ξεχωρίζουν σαφώς αυτά που ανήκουν σε λεπτότοιχα κύπελλα με πάνω από 250 παραδείγματα. Το στρώμα κάτω από αυτό (Context 1612), μέσου πάχους 30-35 εκ, ήταν κυριολεκτικά γεμάτο με όστρακα και κεραμίδια. Καταμετρήσαμε 12.996 όστρακα, εκ των οποίων 1554 ανήκαν σε λεπτότοιχα κύπελλα και 211 σε πρόχους με κυκλικό στόμιo – και οι δύο τύποι παράγονταν επί τόπου, όπως έδειξε η περσινή ανασκαφή του κεραμικού κλιβάνου. Στο ίδιο στρώμα βρέθηκαν 78 όστρακα αποτυχημένα κατά την όπτηση, εκ των οποίων τα 22 ανήκουν σε λεπτότοιχα κύπελλα. Επίσης βρέθηκαν λίγες εκατοντάδες τμήματα πηλοσωλήνων που πρέπει να προέρχονται από τους κεραμικούς κλιβάνους. Από την άλλη μεριά, κανένα από αυτά τα πρώιμα ρωμαϊκά σκεύη δεν βρέθηκε ολόκληρο, ενώ συλλέξαμε και υστερότερη κεραμική, κάτι που υποδεικνύει ότι το στρώμα 1612 ήταν μπάζωμα του ύστερου 4ου/πρώιμου 5ου αι. μ.Χ. για την ισοπέδωση του χώρου και την ανύψωση της επιφάνειας του εδάφους.


Το στρώμα 1631 από τα βορειοδυτικά.

Με την αφαίρεση του στρώματος 1612 εμφανίστηκε στη βόρεια πλευρά της τομής το περίγραμμα ενός απιόσχημου κλιβάνου κατασκευασμένου με κεράμους σε επαφή με τη νότια όψη του Τοίχου 1526 και με την είσοδό του προς δυσμάς. Γύρω από τον κλίβανο συναντήσαμε στρώμα γεμάτο με θραύσματα κεραμίδων (Context 1631) που πιθανότατα προέρχονται από την αποσύνθεση της ανώτερης τοιχοδομίας του κλιβάνου. Η κεραμική που βρέθηκε σε αυτό το στρώμα ήταν συγκριτικά λίγη (μετρήσαμε 368 όστρακα), και χρονολογείται στην πλειονότητά της στο α’ μισό του 2ου αι. μ.Χ. Και σε αυτό το σύνολο υπερέχουν σαφώς τα λεπτότοιχα κύπελλα με 89 παραδείγματα, ενώ είχαμε και 5 θραύσματα πήλινων ράβδων. Με την ανασκαφή αυτού του στρώματος φάνηκε η επιφάνεια λίθων του Τοίχου 1526, η αποκάλυψη των οποίων θα συνεχιστεί κατά την επόμενη ανασκαφική περίοδο.

Η τομή ανατολικά του Τοίχου 1609 και νότια του Τοίχου 1526 έφερε στο φως έναν σχεδόν τετράγωνο περίβολο, εσωτερικών διαστάσεων 4,6 x 4,6 μ, που περικλείει μεγάλο κυκλικό κλίβανο με κεντρικό κυλινδρικό πεσσό. Οι τοίχοι που τον περιβάλλουν, πλάτους 0,4 μ, είναι κτισμένοι με ορθογώνιες λιθοπλίνθους κάποιες από τις οποίες είναι σε δεύτερη χρήση. Η ανατολική πλευρά παρουσιάζει άνοιγμα πλάτους 1,5 μ, που πιθανόν να αντιστοιχεί στο άνοιγμα του θαλάμου καύσης του κλιβάνου, κάτι που θα επιβεβαιώσουμε με τη συνέχιση της ανασκαφής σε χαμηλότερα στρώματα. Με την αφαίρεση του επιφανειακού στρώματος (Context 1606) συναντήσαμε στρώμα επίχωσης (Context 1614), πάχους περίπου 24 εκ., με μεγάλη ποσότητα κεράμων και οστράκων που χρονολογούνται έως τα μέσα του 7ου αι. μ.Χ. Καταμετρήσαμε 4945 όστρακα, συνολικού βάρους 47,2 kg, με τα λεπτότοιχα κύπελλα να αποτελούν για ακόμα μία φορά την πολυπληθέστερη ομάδα του συνόλου (742 παραδείγματα και 15 αποτυχημένα στην όπτηση). Κάτω από την επίχωση αυτή, και κατά μήκος της βόρειας πλευράς του περιβόλου, συναντήσαμε ένα στρώμα (Context 1621) με λιγοστή κεραμική (τα περισσότερα όστρακα ανήκαν σε λεπτότοιχα κύπελλα του πρώιμου 2ου αι. μ.Χ.) αλλά πολλά κεραμίδια που πιθανότατα προέρχονται από την κατάρρευση των τοιχωμάτων του κλιβάνου.

Ο κεραμικός κλίβανος (Context 1624), εξωτερικής διαμέτρου 3,8 μ και εσωτερικής 2,7 μ, έχει διπλούς τοίχους πλάτους 0,5 μ. Η εξωτερική τους πλευρά είναι κτισμένη με αργούς λίθους, κεράμους και κονίαμα, ενώ η εσωτερική μόνο με κεράμους και λάσπη ως συνδετικό υλικό. Στη βορειοδυτική εξωτερική πλευρά σώζεται λίθινη αντηρίδα 0,4 x 0,5 μ με δύο δόμους. Στο κέντρο του κλιβάνου σώζεται κυλινδρικός πεσσός, διαμέτρου 0,50 μ, κτισμένος με θραύσματα κεράμων. Δεδομένου ότι ο πεσσός στήριζε την εσχάρα, είμαστε βέβαιοι ότι βρισκόμαστε στο επίπεδο του θαλάμου καύσης, όπως και στην περίπτωση του κλιβάνου που ανασκάψαμε το 2015 δυτικότερα. Το εσωτερικό του κλιβάνου καλύπτει στρώμα κεραμίδων που πιθανότατα προέρχονται από την κατάρρευση των τοίχων του κλιβάνου και θα αφαιρέσουμε κατά την επόμενη ανασκαφική περίοδο. Στη βορειοδυτική γωνία του περιβόλου, μεταξύ αυτού και του κλιβάνου, συναντήσαμε αποθέτη κεραμικής (Context 1611), πάχους περίπου 50 εκ., με μεγάλα και μικρά αγγεία μεταξύ των οποίων και ένα ακέραιο. Αν και δεν πρόκειται για κλειστό στρώμα, η μεγάλη πλειονότητα των οστράκων χρονολογείται στην πρώιμη ρωμαϊκή περίοδο. Από τα 3753 όστρακα που καταγράψαμε συνολικά, 742 ανήκουν σε λεπτότοιχα κύπελλα τύπου bocallini a collarino, 138 σε πρόχους με κυκλικό στόμιο, και 45 σε αμφορείς τύπου Dressel 25. Αυτά τα σχήματα μαζί με τις τριφυλλόστομες πρόχους, τα στηρίγματα των αμφορέων, τις χύτρες με οριζόντια εξωνεύοντα χείλη, τα θυμιατήρια και τα κύπελλα με στενά, εξωνεύοντα οριζόντια χείλη και με βαθιές αυλακώσεις στο εξωτερικό μέρος κάτω από το χείλος παράγονταν από τα τοπικά εργαστήρια από τον ύστερο 1ο έως τα μέσα του 2ου αι. μ.Χ.


Ο κεραμικός κλίβανος όπως έχει αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα (από τα νοτιοδυτικά).


Ακέραιη πρόχους με κυκλικό στόμιο όπως βρέθηκε στο στρώμα 1611.


Στην ανατολική πλευρά της τομής, η ανασκαφή των ανωτέρων στρωμάτων έχει φέρει στο φως τμήματα τοίχων (Contexts 1628-1630) παράλληλων και κάθετων με την ανατολική πλευρά του περιβόλου του κλιβάνου. Η ανασκαφή τους θα συνεχιστεί του χρόνου παράλληλα με την επέκταση της τομής προς ανατολάς.